Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Graffiti @ 16o Δημοτικό Ιλίου

       Παρακάτω θα βρείτε φωτογραφικό υλικό από το μικρό φεστιβάλ STREET ART που στήσαμε στο σχολείο στη λήξη της σχολικής χρονιάς. Το φεστιβάλ μας ήταν αφιερωμένο στην Αγάπη και στην Αποδοχή του Άλλου.
Κατά τη διάρκεια της χρονιάς αφιερώσαμε αρκετά μαθήματα για να κατανοήσουμε τη σημασία του "Τοίχου" στη ζωή του ανθρώπου. Από τις βραχογραφίες, τα συνθήματα των εξεγέρσεων, τις καρδούλες των ερωτευμένων, το τείχος του Βερολίνου, μέχρι και την  έξαρση των graffiti στους δρόμους της Ελλάδας της οικονομικής κρίσης που διανύουμε, ο Τοίχος ήταν εκεί για να καταγράψει τον παλμό των συναισθημάτων και τις κοινωνικές αλλαγές του τόπου.

Επειδή ποτέ δεν αρκεί η θεωρία, γνωστοί εικαστικοί και διάσημοι street artists επισκέφτηκαν το σχολείο μας και έδειξαν στα παιδιά μυστικά της τεχνικής.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους καλλιτέχνες: WD street art ,Vasilis Botoulas,Irisz Zrv,Vasilis Esek,  Mary Sdfghjkl, Ilias Kontonikolas,  Daphne Gn και τους Anna Kontonikola, Socrates Argitis,για την συμβολή τους.

Τα υλικά που χρειάστηκαν διατέθηκαν από τους ίδιους τους καλλιτέχνες και από τον σύλλογο γονέων του σχολείου.























































Η τραγικότητα του παιδαγωγικού φαινομένου

Η τραγικότητα του παιδαγωγικού φαινομένου 

Το Καζαντζακικό έργο δεν είναι πάντα εύκολο στην κατανόηση αλλ’ ενίοτε σκοτεινό και δυσνόητο, όπως εκείνο του Ηράκλειτου του «Σκοτεινού», που δίδαξε πως η φύση αρέσκεται να κρύβεται. Από αυτόν και τον Πλάτωνα, επηρεάστηκε βαθύτατα ο Καζαντζάκης. Τα πνευματικά του δημιουργήματα έχουν βαθύ φιλοσοφικό υπόβαθρο, που η επαρκής γνώση του προϋποτίθεται για ένα ελπιδοφόρο εγχείρημα ερμηνευτικής προσέγγισης. Ο στοχασμός του περιέχεται κρυμμένος ακόμα και σε φράσεις, τις οποίες είναι δύσκολο να υποπτευθούν όχι μόνον αδαείς και ανίδεοι αλλά ακόμα και λόγιοι. Η τραγικότητα είναι ουσιαστικό στοιχείο της φιλοσοφίας του. O Καζαντζάκης παρουσιάζει στο πρόσωπό του την τραγικότητα κάθε παιδαγωγούμενου, κάθε μαθητή, κάθε νέου ατόμου.
Από πολύ νωρίς, όταν ο ίδιος ήταν ακόμα μαθητής Γυμνασίου στην Φράγκικη σχολή της Νάξου, βρέθηκε εγκαταλελειμμένος στο πιο αινιγματικό, μα και πιο καθοριστικό, σταυροδρόμι για τη μετέπειτα διαμόρφωση της πνευματικής του φυσιογνωμίας. Εκεί μετέφρασε ένα αγγλογαλλικό λεξικό έγραψε δηλαδή σε κάθε γαλλική λέξη την αντίστοιχη ελληνική. Για την εργασία αυτή αφιέρωσε πολλούς μήνες και επένδυσε τεράστιο για την παιδική αντοχή του μόχθο. Όταν τελείωσε η παράτολμη αυτή για την ηλικία του προσπάθεια, έτρεξε ολόχαρος να επιδείξει τα αποτελέσματα της δουλειάς του στο διευθυντή του σχολείου του Περ Λωράν, ο οποίος γεμάτος καλοσύνη του είπε:
«Αυτό που έκαμες, Κρητικόπουλο, δείχνει πως μια μέρα θα γίνεις σημαντικός άνθρωπος χαρά σε σένα, που από τόσο μικρός βρήκες το δρόμο σου αυτός είναι ο δρόμος ο δικός σου, η μάθηση έχε την ευκή μου».
Πήγε στη συνέχεια γεμάτος χαρά στον υποδιευθυντή Περ Λελιέβρ και του ’δειξε το κατόρθωμά του. Εκείνος όμως αντέδρασε κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο λέγοντάς του:
Δε ντρέπεσαι, παιδί ’σαι συ ή γέρος; Τι ’ναι αυτά τα γεροντίστικα που κάνεις και χάνεις τον καιρό σου; Αντί να παίζεις, να γελάς, να κοιτάζεις από το παράθυρο τα κορίτσια που περνούνε, εσύ κάθεσαι σα μπαμπόγερος και μεταφράζεις λεξικά! Φύγε, να μη σε βλέπω! Αν ακολουθήσεις το δρόμο αυτόν, ποτέ σου, μάθε το από μένα, ποτέ σου δεν θα προκόψεις θα γίνεις ένας δασκαλάκος, ένας καμπουράκος, με γυαλάκια. Αν είσαι αληθινός Κρητικός, κάψε το αυτό το καταραμένο λεξικό και φέρε μου τη στάχτη. Τότε θα δώσω την ευκή μου. Σκέψου και πράξε – φεύγα».
Ο νεαρός τότε Καζαντζάκης ένιωσε ταυτόχρονα χαρά και λύπη κι ένα βαθύτατο συγκλονισμό ψυχής. Διευθυντής και υποδιευθυντής του σχολείου του ήταν γι’ αυτόν τα ανώτερα πρόσωπα, που χάραζαν αργά αλλά σταθερά το δύσκολο και ανηφορικό δρόμο της ζωής του. Η γνώση, που τόσο αγαπούσε, τον έφερνε από το ψέμα στην αλήθεια και σμίλευε υπομονετικά τη μετέπειτα φωτεινή και γαλήνια προσωπικότητα του. Ήταν οι άνθρωποι που ασκούσαν τεράστια επιρροή στον υπό διαμόρφωση ακόμα ψυχικό και πνευματικό του κόσμο, κατά τους χαλεπούς και πολυτάραχους εκείνους για τη σκλαβωμένη μας πατρίδα καιρούς. Ας ακούσουμε όμως ποια στάση πήρε ο ίδιος στις διαμετρικά αντίθετες αυτές νουθεσίες.
«Έφυγα και τα ’χα σαστίσει ποιος έχει δίκιο, τι να κάμω, ποιος από τους δυο δρόμους είναι ο σωστός; Χρόνια παράδερνα κι όταν βρήκα ποιος είναι ο δρόμος ο σωστός, τα μαλλιά μου είχαν ψαρύνει ανάμεσα στον Περ Λωράν και στον Περ Λελιέβρ πηγαινοερχόταν αναποφάσιστη, σαν τη γαϊδούρα του Μπουριντάν, η ψυχή μου. Κοίταζα το λεξικό, τις ελληνικές λέξεις γραμμένες με κόκκινο μελάνι, με ψιλά ψιλά γραμματάκια στο περιθώριο, θυμόμουν τα λόγια του Περ Λελιέβρ κι η καρδιά μου ράγιζε όχι, όχι, δεν είχα το κουράγιο να το κάψω και να του πάω τη στάχτη. Αργότερα, ύστερα από πολλά χρόνια, όταν άρχισα πια να καταλαβαίνω, το ’ριξα στην φωτιά μα δε μάζεψα τη στάχτη του, ο Περ Λελιέβρ είχε από καιρό πεθάνει».
Ο Καζαντζάκης με το παράδειγμα αυτό θέλει προφανώς να επισημάνει ότι ο επισφαλής δρόμος της διαπαιδαγώγησης είναι πορεία ολόκληρης ζωής, όπως ορθά επισημαίνεται τόσο από τον Πλάτωνα όσο και από σύγχρονους παιδαγωγούς. Η λήψη της ορθής απόφασης περί του «πρακτέου», σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή, είναι κάτι που ταλανίζει αδιάκοπα την προσωπικότητα του νέου και γενικότερα κάθε ανθρώπινη ψυχή. Ορθότερες ίσως απαντήσεις και λύσεις στα κρίσιμα προβλήματα της καθημερινής ζωής είναι δυνατές στην ώριμη ηλικία, η οποία διαθέτει το φυσικό προνόμιο να έχει αποκομίσει μακροχρόνια πείρα. Έτσι αποτυπώνεται με το παράδειγμα αυτό η τραγικότητα του μαθητή όχι μόνο μέσα στα τείχη των σχολικών κτιρίων, αλλά κυρίως στο μεγάλο σχολείο της ζωής, κατά τις εναγώνιες μεταφυσικές αναζητήσεις του. Το ότι ήταν αναποφάσιστος καθόλη σχεδόν τη διάρκεια της ζωής του, δείχνει πόσο δύσκολες και επισφαλείς είναι οι αποφάσεις που λαμβάνουμε στη ζωή, πράγμα που απαιτεί μεγάλη υπευθυνότητα και περισυλλογή.


(τμήμα από το άρθρο:  http://blogreco.wordpress.com/2012/12/28/%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7/#more-317

Αμεντέο Μοντιλιάνι Β τάξη (ασκήσεις σχεδίου)

Αρχικά μιλήσαμε για τη ζωή και τη δουλειά του ζωγράφου.
Στη συνέχεια προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε πως η σχεδιαστική παραμόρφωση που επέλεξε (και συνηθίζουν και άλλοι ζωγράφοι) δεν έχει να κάνει με έλλειψη σχεδιαστικής ικανότητας του ζωγράφου, αλλα με το στυλ του .
Τα παιδιά κατάλαβαν πως αυτές οι παραμορφώσεις είναι επιλεκτικές, οχι τυχαίες και διατηρούν τις αισθητικές  ισορροπίες.
Παράλληλα στο θέμα της τεχνικής διδάχθηκαν την φωτοσκίαση, το φόντο, το πορτρέτο, κ.α

Παρακάτω θα βρειτε μερικά πορτρέτα, εμπνευσμένα απο έργα του Μοντιλιάνι.
Β τάξη Δημοτικού, 2ο Δ. Αχαρνών.




















Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Aπόγευμα στην Αθήνα

Νοέμβριος 2012
Ένα απόγευμα στην Αθήνα.

Γι`αυτό σου λέω. Σταμάτα να γκρινιάζεις.
Πάντα ήμασταν το χωνευτήρι των λαών. Το σταυροδρόμι της πορφύρας,  του μεταξιού, του πάπυρου, του κέδρου,  των θεών και του Έρωτα που έχεις ξεχάσει να πιστεύεις.
 Πάντα ήμασταν  το  σταθερό «Ανάμεσα» των ανθρώπων,  στο πελαγίσιο χάσιμό τους και ο σταθμός ανεφοδιασμού στα ταξίδια τους  από τον έναν κόσμο στον άλλο. Εκείνο το ιερό «Ανάμεσα»  που πάντα ξαπόσταιναν  και δροσίζονταν οι ‘Άλλοι» , κάτω από τις ελιές και τα αλμυρίκια μας και μέσα στο στήθος των εύρωστων γυναικών.
Γι αυτό και είμαστε όμορφοι. Και ζωντανοί. Και μας αρέσει ακόμα  να ξαπλώνουμε αφημένοι στον ήλιο  πάνω σε μια αγκαλιά, και να είμαστε με άλλους ανθρώπους, και να  πίνουμε, να χορεύουμε..
Τα ξέχασες όλα αυτά;
Ξέχασες μήπως πως είμαστε από τους λίγους λαούς που ακόμα αγκαλιαζόμαστε στο πένθος μας ή στη χαρά; Που δεν είναι ντροπή για τους άντρες να φιλιούνται από εκτίμηση και οι γυναίκες  να αγκαλιάζουν έναν ξένο άντρα, όπως θα αγκάλιαζαν το παιδί τους για παρηγοριά;  Ξέχασες τη  γιαγιά και τον παππού  πως έκαναν πράξη το Θεό,  γι` αυτό και έτρωγαν  με τους φτωχούς, κοίμιζαν τους ξένους και έλουζαν με έλαιο  και κρασί τις πληγές τους; Πως μπόρεσες να ξεχάσεις όλες αυτές τις μακρινές ιστορίες;
Μη φοβάσαι όμως.   Γιατί έτσι ήταν πάντα η Ελλάδα. Το πεπρωμένο της σφραγίστηκε  για πάντα από τη μουσική, τα καρυκεύματα  και τα χρώματα των ανθρώπων που πέρασαν και την αγάπησαν. 
Αφέσου στην Ομορφιά ….
Ή γίνε  ένας ξένος σε αυτό τον ευλογημένο τόπο.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΙ

10 Οκτωβρίου 2012


(Εάν δεν πιστεύεις στη δύναμη της θλίψης που μπορεί να αφυπνίσει, σε παρακαλώ να μην διαβάσεις το παρακάτω κείμενο).

19:35μμ

Προσπαθώ. Ο φόβος στέκεται μετέωρος πάνω από το κεφάλι μου. Αντιστέκομαι. Αντιστέκομαι ξανά. (Αντιστέκομαι;) Προσπαθώ να καταλάβω, ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μου αυτόν τον καιρό. Η απραξία, η ανέχεια, ή η μοναξιά; Ο εαυτός μου; Ο εαυτός μου ή οι άλλοι;
Μένω στο σκοτάδι και περιμένω κάποιος να μου πει εκείνες τις τρυφερές ιστορίες όπου ο ήρωας και ο αδικημένος πάντα δικαιώνονται. Κάποιος να με χαϊδέψει στα μαλλιά και να με καθησυχάσει: “Όλα θα πάνε καλά”. Αλλά δεν έρχεται κανείς.
Και βυθίζομαι σε αυτήν την απραξία. Αυτή είναι η πιο τρομακτική και τερατώδης. Η ανέχεια δεν με τρομάζει. Την έχω ξαναδεί. Και επιβίωσα. Ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά για να είναι ευτυχισμένος. Τα λίγα είναι αρκετά για να του δώσουν την ελπίδα να συνεχίσει να παλεύει για περισσότερα και καλύτερα. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της γενιάς μου. Τα παιδιά των παιδιών της Μεταπολίτευσης είχαν λίγα ως παρακαταθήκη και κληρονομιά τους ήταν μόνο η προτροπή να κάνουν άλλα, καλύτερα και περισσότερα. Μεγαλώσαμε με 2-3 παιχνίδια, με ένα καλό φόρεμα για τις γιορτές και τρώγαμε κρέας μόνο μια φορά την εβδομάδα. Αλλά κοίτα μας… Γίναμε τα σπουδαγμένα παιδιά εκείνων των αμόρφωτων γονιών που έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους δουλεύοντας χειρονακτικά. Ο αγώνας συνεχίστηκε και για εμάς, αλλά εμείς τουλάχιστον είχαμε τις προοπτικές και τις πιθανότητες με το μέρος μας. Οι περισσότεροι τα καταφέραμε. Καταφέραμε δηλαδή να έχουμε μια ζωή που θα χωράμε σε αυτήν.
Τελευταία όμως όλα κινούνται τόσο αργά, βαριά και δυσκίνητα. Η αμφιθυμία κυριαρχεί. Σα να ζούμε τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας και μια ατμόσφαιρα τοξική και μολυσματική βγαλμένη από διήγημα του Καμύ. Σήμερα στάθηκα για αρκετή ώρα στο κέντρο του εργαστηρίου μου... Σα να περίμενα να συμβεί κάτι χωρίς τη δική μου συμμετοχή, κοίταγα για ώρα τους τοίχους με τα παλιά μου έργα. Μετά άπλωσα λίγο χρώμα σε ένα ξύλο...λίγη κόλλα σε ένα χαρτί.... μια μαύρη γραμμή. Και κουράστηκα. Αισθάνθηκα τους ώμους μου να γέρνουν. Όλα έγιναν τόσο κοπιαστικά και μάταια. Κουράστηκα. Το μόνο που ήθελα να κάνω είναι να ξαπλώσω και να κοιμηθώ μήπως και πάψω να σκέφτομαι. Γιατί όσο σκέφτομαι καταθλίβομαι. Και όσο σκέφτομαι θυμώνω. Γιατί δεν βγάζει νόημα. Γιατί σε εμάς; Γιατί τώρα; Ερωτήματα που ταλανίζουν εκείνους που πενθούν το χαμό ενός αγαπημένου. Και είναι πια τόσο δύσκολο.... Να γεμίζω τη μέρα μου με κίνητρα για να μπορώ να στέκομαι στα πόδια μου. Να γεμίζω τη ζωή μου με κίνητρα για εμένα, για τους μαθητές μου, για την Τέχνη...
Αυτό το βάρος της απραξίας ενισχύεται από αυτήν τη διαβολεμένη μοναξιά. Αυτή η μοναξιά είναι μοναδική. Είναι διαφορετική. Ένα είδος μοναξιάς που δεν έχω ξανασυναντήσει. Αυτή με τρομάζει περισσότερο από την ανέχεια και την απραξία.
Όλοι εκείνοι. Εμείς. Άνθρωποι νέοι, εγκλωβισμένοι στα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, ή στα όνειρα που τελικά στερήθηκαν ενώ τα είχαν για λίγο στα πραγματικά τους χέρια. Αυτά τα όνειρα ήταν (είναι) τα Πάντα. Είχαμε όλοι επενδύσει σε αυτά. Αλλά ΠΟΥ είναι ο Άνθρωπος μέσα σε αυτό; Που είμαι εγώ πραγματικά και που είναι οι άλλοι; Ο Εαυτός και οι άλλοι όμοιοί μου; Είμαστε μόνοι πια, με αναμνήσεις από όνειρα και κάποια κατασκευασμένα κίνητρα. Με ψευδαισθήσεις επαναστάσεων, με ουτοπίες αλλαγών και ψυχαναγκαστικής αναγέννησης, με virtual σκοπούς για το όμορφο και την ποίηση, για την τέχνη και τον ανθρωπισμό.. Με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε με άλλους... Ότι ανήκουμε κάπου....ότι είμαστε ..μαζί. (Αντιστέκομαι ;) Λουφαγμένες ψυχές. Πληγωμένες, αδειασμένες. Ματαιωμένες. Σε αδιέξοδο. Μόνοι.
Και είναι πιο επώδυνο επειδή τώρα πια, όλοι βλέπουμε πως αυτό το κενό υπήρχε από παλιά. Πριν ξεκινήσει η Λαίλαπα. Καταναλώναμε ανθρώπους. Ψάχναμε κίνητρα και αφορμές ή χειροπιαστούς λόγους για να είμαστε με άλλους. Οι φίλοι και οι εραστές είχαν γίνει το τεκμήριο και το μέσο να καλύπτονται οι ναρκισσιστικές ανάγκες μας. Γιατί στην πραγματικότητα δεν είχαμε μάθει να είμαστε με άλλους. Τα όνειρά μας ήταν μια εγωιστική υπόθεση. Εμείς. Για εμάς. Εγώ.
Η τελευταία γενιά των ελλήνων, κείτεται μόνη με κακοποιημένα φτερά. Ανίκανη να ζητήσει βοήθεια. Ανίκανη να συσχετιστεί . Ανίκανη να παραδεχτεί πως ¨έχασε. Ανίκανη να ζητήσει βοήθεια στην μοναξιά της. Ανίκανη να σταθεί δίπλα σε άλλους και ανίκανη να συμπράξει. Λαβωμένη και μοναχική. Ένα γερασμένο παράλυτο βρέφος.
Όχι. Δεν πιστεύω πως θα είμαστε εμείς αυτοί που θα φέρουμε την αλλαγή. Οι επαναστάσεις προϋποθέτουν να υπάρχει η ικανότητα του να συμπράττω, συντρώγω, συνοδοιπορώ, συνυπάρχω, συνδιαλέγομαι. Αυτή η γενιά δεν έχει τον σπόρο αυτό της επανάστασης στα σωθικά της. Βγήκε στους δρόμους για λίγο, αλλά βγήκε για τον εαυτό της. Γι αυτό θύμωνε με όσους δεν βγήκαν και αγανακτούσε με όσους δεν αγανάκτησαν μαζί της. Βγήκε για να έχει άλλο ένα ακόμα κίνητρο. Δεν βγήκε για να φέρει αλλαγή.
Όχι. Δεν πιστεύω σε αυτήν τη γενιά. Τουλάχιστον όχι μέχρι να μάθει να σκέφτεται πέρα από όνειρα, πέρα από κίνητρα και πέρα από τις δικές της ανάγκες.
Ίσως πάλι, αυτός ο αργός μας θάνατος, να μην είναι θάνατος αλλά η θυσία που θα ποτίσει και θα προετοιμάσει τους επόμενους που θα αναστήσουν πραγματικά αυτήν την χώρα.

Με εκτίμηση, με πολλή αγάπη, με πολλή θλίψη και θυμό,
Έλενα Καραγιάννη

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Μια Δασκάλα ζωγραφικής στο Βερολίνο.

          Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος Νο29 του περιοδικού ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ της Ένωσης εκπαιδευτικών εικαστικών μαθημάτων.


ΜΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ


          Έπρεπε να κάνω αυτό το ταξίδι. Τώρα. Με αυτές τις σκιές στην πλάτη. Ένα δαιμονικό ή χρισμένο πάθος να περπατήσω σε αυτούς τους δρόμους με είχε κυριεύσει  τον τελευταίο καιρό. Και να που είμαι εδώ. Δεύτερη μέρα και περπατάω ήδη για ώρες σε δρόμους που μοιάζουν  με στέπες. Και αισθάνομαι, ναι, Θεέ μου, αισθάνομαι τόσο μικρή. 
          Βρίσκομαι μπροστά από τον μεγάλο καθεδρικό ναό.  Όσο και εάν τεντώνω το λαιμό μου για να δω την κορυφή του, είναι αδύνατο. Μοιάζει με  δράκος και οι κίτρινες λεπτομέρειες του χρυσού  πάνω στο σα  μουχλιασμένο μπρούντζο, φέρνουν  μια παράξενη αίσθηση στο στομάχι μου.  Ζαλίζομαι. Και αισθάνομαι μόνη. Είναι και αυτό το χιόνι που δεν σταματά ούτε λεπτό να τρυπώνει στα μάτια και στη μύτη, όσο και αν προσπαθώ να το αποφύγω. Την προσοχή μου αποσπά ένα art  video από ένα γυάλινο μοντέρνο κτίριο που βρίσκεται απέναντι. Εύχεται χρόνια πολλά και μου υπενθυμίζει πως: “ BERLIN IS THE PLACE TO BE”.
          Με ένα αίσθημα ανασφάλειας, σαν  μικρή επαρχιοτοπούλα, συνέχισα τη μοναχική μου  βόλτα. Ούτε λεπτό δεν σταμάτησα να αισθάνομαι ασήμαντη ανάμεσα  σε όλες αυτές τις ογκώδεις  γραμμές, στις κυβιστικές κατασκευές,  στα γυάλινα κτίρια και στα τεράστια γλυπτά των μανδιοφόρων μάγων. Ακούμπησα πάνω σε έναν  για λίγο  και αισθάνθηκα την καρδιά μου το ίδιο παγωμένη. Εκεί στην  όχθη του ποταμού Spree και με το νησί των Μουσείων  μπροστά,  επανέλαβα μέσα μου  για άλλη μια φορά τα λόγια εκείνα που σαν ψυχοτρόπο χάπι έρχονται πάντα για να βγάλουν  την ελληνική συνείδηση από κάθε αμηχανία:  « -Xa! Μα εμείς έχουμε την Ακρόπολη και  το γαλάζιο ουρανό!!!».
(Αλήθεια; Τι άλλο έχουμε;)
          Στις επόμενες μέρες οι περίπατοι συνεχίστηκαν. Εκτός από τις προγραμματισμένες επιμορφώσεις είδα  όσα μπορούσα να χωρέσω στις λιγοστές ημέρες που είχα στη διάθεσή μου: East side gallery, DDM, Topography of  terror, το εβραϊκό μουσείο, την πύλη του Βρανδεμβούργου, το Kreuzberg, γνωστές πλατείες και πολιτιστικά κέντρα, αυτοσχέδια projects στους δρόμους, εικαστικά και παιδαγωγικά  εργαστήρια, open markets, κ.α.. Τρύπωσα κρυφά σε αυλές σπιτιών και  κάτω από γέφυρες, μπερδεύτηκα με απλούς ανθρώπους στις γειτονιές και προσπάθησα να αφουγκραστώ την καθημερινότητά τους. Έφαγα μαζί τους στα πανηγύρια βρώμικα φτηνά λουκάνικα, ήπια ζεστό κρασί με μπαχαρικά, μπήκα στα εμπορικά κέντρα, στις «αναρχικές» γειτονιές, στα κρυφά coffee shops (που δεν ήταν και τόσο κρυφά τελικά), γνώρισα οπαδούς της  St Pauli (και μου κόλλησαν «πέντε» για τον δικό μας «ΠΑΟΚ»), γέλασα με τα αστεία των gay  για την Μέρκελ και χόρεψα μαζί τους κάτω από την φωνή της Βίκυς Λέανδρος που όπως έμαθα είναι η δική τους Madonna.
          Ο φόβος μου και το βάρος από τα στερεότυπα που κουβαλούσα για την φύση των Γερμανών κατέρρεαν καθημερινά. Κανείς από αυτούς που μίλησα δεν έτρεφε μίσος ή περιφρόνηση για τους Έλληνες. Με διαβεβαίωσαν πως στη Γερμανία, όπως και στην Ελλάδα, υπάρχουν συντηρητικές νοοτροπίες που επικροτούν αυτήν την αντιλαϊκή  πολιτική, αλλά είναι εξίσου πολλές και οι φωνές που υποστηρίζουν πως είμαστε ένας λαός που κακοποιείται από  αδίστακτους ολιγάρχες, από αμφιλεγόμενη κυβέρνηση και από αναξιόπιστα  media. Στις συζητήσεις, σαν σκια επικρατούσε η ανησυχία,  μήπως απο την Γερμανία ξεκινήσει πάλι ένα νέο Ολοκαύτωμα …
          Όσο πιο πολύ περπατούσα στην πόλη, τόσο πιο ξεκάθαρα γίνονταν τα στερεότυπα που κουβαλώ στις ελληνικές μου πλάτες.  Περίμενα να δω έναν τόπο με καταθλιπτικούς  ανθρώπους –μηχανές και ψυχρούς, ξανθούς, ανέκφραστους γίγαντες.  Αντίθετα είδα, ήρεμους, ίσως συνεσταλμένους, ευγενικούς  ανθρώπους που έσπευδαν να με βοηθήσουν όποτε χανόμουν στις σελίδες του χάρτη.  Είδα Τούρκους, Έλληνες, Ρώσους, Ισπανούς να μοιράζονται μια αυτοσχέδια υπαίθρια σόμπα σε ένα πανηγύρι. Είδα ανθρώπους να έχουν τα κατοικίδιά τους παντού, μαζί, ακόμα και μέσα στο μετρό και κανένας να μην διαμαρτύρεται. Είδα νέες μητέρες να στέκονται κάτω από το χιόνι στη στάση του τραμ για να θηλάσουν το μωρό τους χωρίς να αισθάνονται κρύο ή ντροπή. Ήταν ένας  ήσυχος τόπος που ποτέ δεν άκουγες κορναρίσματα ή δυνατές φωνές, ακόμα και στο κέντρο της Alexanderplatz.
          Μια  ανθρωποκεντρική πόλη που της αρέσει η τάξη γιατί με αυτόν τον τρόπο μπορεί και εξασφαλίζει τη δημιουργικότητά της. Οξύμωρο; Όχι. Στους Βερολινέζους λειτούργει. Πίσω από τις καλογυαλισμένες προσόψεις των κτιρίων, θα δεις  αυλές  που λειτουργούν σαν κέντρα έκφρασης για τους ενοίκους: γκράφιτι και εικαστικές εγκαταστάσεις, mobile art, κολλάζ από αφίσες ακόμα και κομμάτια από το τείχος του Βερολίνου, είναι το οικιακό τους ντεκόρ.. Η τέχνη είναι διάχυτη. Είναι ένας φροντισμένος και όμορφος τόπος με ΜΗΔΕΝ εγκληματικότητα. Και μια αστυνομία να απουσιάζει από την καθημερινότητα της πόλης. Όπως μου είπαν, είναι πάντα παρούσα αλλά «αισθάνεται» σίγουρη για τον εαυτό της γι` αυτό και δεν επιδεικνύει τη δύναμή της. Μια χώρα πληγωμένη από την δικτατορία του παρελθόντος, προσπαθεί να εκμηδενίσει οποιαδήποτε πρακτική τη θυμίζει. Γι αυτό και η παρουσία της αστυνομίας είναι διακριτική. Αν τολμάς όμως μου είπαν,  κάνε πως πετάς μια πέτρα ή πως ενοχλείς κάποιον. Δεν θα καταλάβεις για πότε  θα βρεθείς με χειροπέδες.
           Στο Βερολίνο συνάντησα και πολλούς από τους «δικούς μου»  ανθρώπους, τους  καλλιτέχνες. Βερολινέζους και Έλληνες. Οι Έλληνες, όλοι, μίλησαν για το πόσο είχαν κακοποιηθεί στην Ελλάδα. Αν και η τέχνη στο Βερολίνο διανύει την παρακμή της όπως περιέγραψαν λόγω των ασύδοτων επιδοτήσεων που έχουν ρίξει το επίπεδο, παρόλα αυτά, εδώ αισθάνονται  καλλιτέχνες και όχι χομπίστες. Έχουν βρει αποδοχή, σεβασμό και δεν χρειάζεται να παλέψουν για την ταυτότητά τους. Τα πρωινά δουλεύουν σε παιδικά προγράμματα σε μουσεία, σε σχολεία, ακόμα και σε ανοικτά projects σε πλατείες και τα βράδια ξεγυμνώνονται στα θέατρα και στις γκαλερί στις πιο τολμηρές δουλειές. Είναι ελεύθεροι να εκφραστούν όπως εκείνοι επιθυμούν γιατί η πόλη σέβεται, αφουγκράζεται και αξιοποιεί τις πρωτότυπες δημιουργικές ιδέες .
           Μια ομάδα ελλήνων ηθοποιών /εικαστικών που  γνώρισα εκεί, ανεβάζουν το έργο τους εδώ και ένα χρόνο σε  σημαντικές σκηνές εναλλακτικού θεάτρου. Και όλες οι παραστάσεις είναι κάθε φορά sold out.  Και όχι μόνο αυτό. Από το Βερολίνο, η φήμη τους ταξιδέψε και στις γύρω χώρες. Έχουν κλείσει παραστάσεις στις πιο μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και είναι booked  για τουλάχιστον ένα χρόνο. Δεν μπορούν να εξηγήσουν  γιατί συμβαίνει αυτό,  αφού δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τη διαφήμιση του project. Με κάποιο μαγικό τρόπο, οι Βερολινέζοι μυρίστηκαν  και εκτίμησαν  τη δουλειά τους. Η ίδια αυτή παράσταση είχε περιφρονηθεί στην Ελλάδα. Είχαν στείλει προτάσεις, είχαν ζητήσει επικοινωνία με ιδρύματα και φορείς, μα ποτέ δεν τους απάντησαν. Ούτε καν αρνητικά. Απλά τους περιφρόνησαν. Ένα από αυτά τα ιδρύματα “άκουσε ” για την επιτυχία τους στο Βερολίνο  και τους προσκάλεσε να δώσουν  τώρα, μια  σειρά παραστάσεων  στην Ελλάδα. Αρνήθηκαν,  γιατί  όπως είπαν, είναι ηθικό το ζήτημα.

          Το αποκορύφωμα της  «ήττας»  μου και ο κύριος σκοπός  του ταξιδιού, ήταν η επίσκεψη σε ένα  γερμανικό σχολείο με ελληνόφωνα τμήματα. Μπήκα στις τάξεις τους, μίλησα  με τους δασκάλους, με τον διευθυντή,  με τα παιδιά, με το βοηθητικό προσωπικό, παρακολούθησα μέχρι τέλους το ημερήσιο πρόγραμμα και αφού μου το πρότειναν, βοήθησα μια απο τις γερμανίδες δασκάλες στο μάθημα των  εικαστικών. 
          Τα ελληνικά σχολεία στην πλειοψηφία τους έχουν κλείσει στη Γερμανία. Ήταν ασύμφορο για το ελληνικό κράτος, όχι τόσο γιατί το επιβάρυναν οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί αλλά γιατί δεν μπορούσε να συντηρήσει το βάρος των γραφείων εκπαίδευσης και των διοικητικών υπαλλήλων που απασχολούνταν εκεί. Έτσι αυτήν τη στιγμή, αυτός που φροντίζει για την  εκπαίδευση και την ομαλή μετάβαση από την ελληνική στη γερμανική γλώσσα για τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών που συρρέουν αυτήν την περίοδο, είναι  το γερμανικό κράτος. Όχι το ελληνικό.
          Το Γερμανικό σχολείο έχει τις ίδιες λειτουργικές δομές με το ελληνικό, εκτός από το ολοήμερο που διαρκεί μέχρι τις 6μ.μ. Το κτίριο εξωτερικά έμοιαζε με μοναστήρι, αλλά στο εσωτερικό έβλεπες ζεστά δωμάτια με ξύλινα πατώματα, που θύμιζαν σπίτι. Κάθε παιδί είχε το προσωπικό του ντουλάπι και έκαναν μάθημα φορώντας  τις παντόφλες τους.
              Οι δάσκαλοι  δεν αγχώνονται για την ολοκλήρωση της ύλης αφού δεν ασκείται πίεση γι αυτό από την κεντρική Υπηρεσία. Αντίθετα  ακολουθούν  ατομικά το ρυθμό του κάθε μαθητή και του παρέχουν  συνεχώς ερεθίσματα  στη λήψη  πρωτοβουλιών σε πρακτικά και διαπροσωπικά προβλήματα που προκύπτουν στην καθημερινότητα του σχολείου. Συγκεκριμένα με «σόκαρε» η εικόνα ενός αγοριού της πρώτης Δημοτικού, που αφού έριξε τον χυμό του στο πάτωμα, στη συνέχεια πήρε  μόνο του κουβά με νερό, πανί και καθάρισε όλον το χώρο. Η δασκάλα απλά στεκόταν και του ζήταγε  να της περιγράφει τα στάδια των ενεργειών του, χωρίς να παρεμβαίνει. Όπως μου εξήγησε, το παιδαγωγικό τους μοντέλο δεν στηρίζεται απλά στην παράθεση Ύλης και γνώσης αλλά στο brainstorming. Αφορμή για σκέψη μπορεί να είναι και ο χυμός στο πάτωμα.  Αυτή η πρακτική ωφελεί και τον δάσκαλο αφού  εξασφαλίζει περισσότερο χρόνο  στο διδακτικό του αντικείμενο.
Γι αυτό και ΠΟΤΕ τα παιδιά δεν παίρνουν εργασία για το σπίτι. Όλη η δουλειά γίνεται μέσα στο ημερήσιο πρόγραμμα.
          Ο δάσκαλος βέβαια έχει βοηθό. Ένα άτομο επιπέδου  ΙΕΚ  όπου τον βοηθάει στη μελέτη των παιδιών, στις πρόβες και στην προετοιμασία των πολιτιστικών και στη επικοινωνία με τους γονείς. Οι γονείς πάλι είναι όλοι ενεργά συμμέτοχοι στη ζωή του σχολείου. Κάθε τμήμα έχει ένα προεδρείο από γονείς. Ο δάσκαλος έρχεται σε επαφή με αυτούς και αυτοί με τη σειρά τους ενημερώνουν  τους υπόλοιπους γονείς για τις δράσεις και τις συναντήσεις του τμήματος.
          Το πιο εντυπωσιακό στο εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας είναι πως το Υπουργείο παιδείας ενθαρρύνει ιδέες και projects  που βοηθούν τα παιδιά να μην  μολυνθούν από την ασθένεια του ναζισμού. Και έτσι ξεκινούν την ημέρα με το «Καλημέρα» σε όλες τις γλώσσες της κοινότητάς τους. Το συγκεκριμένο σχολείο, σαν project, έχει ορίσει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στον μήνα όπου ανοίγουν το σχολείο στους “ξένους ” της γειτονιάς, π.χ. προσκαλούν τον Τούρκο αρτοποιό μέσα στην τάξη, ακόμα και εάν αυτός δεν ξέρει  γερμανικά, με σκοπό να εξοικειωθούν τα παιδιά με τον ήχο της γλώσσας του.
          Oι συνδικαλιστές ; Όπως μου μετέφερε μια δασκάλα Ελληνίδα, δεν είναι το όργανο εκείνο που απλά φέρνει αντίδραση στις αποφάσεις της Κεντρικής υπηρεσίας. Είναι ένα όργανο που ο λόγος του «περνάει». Προστατεύει τα εργασιακά δικαιώματα αλλά είναι συντονισμένο με την πραγματικότητα. Τώρα στους καιρούς της κρίσης όπου και ο Γερμανός εκπαιδευτικός έχει και αυτός περικοπές, το συνδικαλιστικό όργανο απαίτησε να ισορροπήσει την μείωση του μισθού με επιπλέον μέρες άδειας στις ήδη θεσμοθετημένες. Την επόμενη μέρα έγινε δεκτό το αίτημά τους. Χωρίς απεργίες. Χωρίς εκβιασμούς.
          Οι δάσκαλοι στη Γερμανία σαφώς παίρνουν μεγαλύτερους μισθούς και έχουν όλες τις υποδομές στη διάθεσή τους αλλά δεν σταματούν  να είναι εκπαιδευτικοί με τη λήξη  του ωραρίου αφού μέσα στις υποχρεώσεις τους είναι τα γεύματα με τον Διευθυντή και οι συναντήσεις  με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους κ.α. Η επιμόρφωσή τους συνεχίζεται σε μηνιαία σχεδόν βάση, έτσι ώστε όπως μου είπαν: «Να προλάβουμε ότι καινούριο καταγράφεται στην επιστήμη της παιδαγωγικής».


           Όσον αφορά στην αξιολόγηση; Υπάρχει.. Πάντα υπήρχε και είναι ένα κομμάτι το οποίο κανέναν δεν ενοχλεί. Βέβαια εκεί η αξιολόγηση δεν έχει την διάσταση πειθαρχικού, αλλά συμβουλευτικού χαρακτήρα. Για κάθε έλλειμμα στη σχολική μονάδα, η «τιμωρία» είναι να στείλουν προτάσεις για σχετική επιμόρφωση. Τους φάνηκε αστεία και τριτοκοσμική η ιδέα  να τιμωρείται ο εκπαιδευτικός με περικοπές μισθού. Το θέμα απόλυσης δεν υφίσταται στη Γερμανία  γιατί τα κριτήρια διορισμού για τον Γερμανό εκπαιδευτικό είναι ιδιαίτερα υψηλά.
           Είναι τόσα πολλά  που θα μπορούσα να πω για  όλες εκείνες τις εικόνες και τα αντιφατικά συναισθήματα που βίωσα αυτές τις μέρες. Η αίσθηση που μου άφησε αυτή η πόλη; Αν  και το κρύο ήταν  αφόρητο, γενικά αισθάνεσαι  ελευθερία. Και καθαριότητα και ηρεμία.  Ναι, θα μπορούσα να ζήσω εκεί. Και ίσως θα μπορούσα να μάθω και στο κρύο. Φύλαξα με προσοχή το χαρτί με τα links για  εκείνο  το 12μηνο residency  που μου πρότειναν οι καλλιτέχνες φίλοι  του Βερολίνου. Η σκέψη να μείνω εκεί για ένα χρόνο ήταν δελεαστική.
          Την πρώτη μέρα που επέστρεψα στο σχολείο, ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Μόλις άνοιξα την πόρτα για να μπω στο προαύλιο, μιλιούνια παιδιών ξεχύθηκαν κατά πάνω μου.  Μερικά είχαν ανησυχήσει. Εκείνη την περίοδο που έλειψα, είχε συμβεί εκείνο το ατυχές περιστατικό με τη συνάδερφο στη Θεσσαλονίκη. Μέσα στην αθωότητα τους και με μια  μικρή «ράδιο αρβύλα»  που επικράτησε, νόμιζαν πως είχα…. σκοτωθεί και πως τους έκρυβαν την αλήθεια.
          Η μικρή Σοφία της Α`  έτρεξε και κρεμάστηκε με λαχτάρα επάνω μου. Με κοίταξε έτοιμη να δακρύσει και μου είπε με τρεμάμενη φωνή: «Κυρία… Τρόμαξα…  Νόμιζα  πως δεν θα σε ξαναδώ. Πως δεν θα ξαναέρθεις στο σχολείο μας».

Συγκινημένη την κοίταξα ήρεμη.
Και τότε ήξερα.
-Όχι Σοφία … Είμαι εδώ. Και θα μείνω. Στο υπόσχομαι.

Ελένη Καραγιάννη
Ζωγράφος/ Δασκάλα εικαστικής αγωγής
Απόφοιτος Α.Σ.Κ.Τ. και
Σχολής Ανθρωπιστικών σπουδών Ε.Α.Π.

(Φωτογραφίες από το γερμανικό σχολείο και από τους δρόμους του Βερολίνου).