Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Αμεντέο Μοντιλιάνι Β τάξη (ασκήσεις σχεδίου)

Αρχικά μιλήσαμε για τη ζωή και τη δουλειά του ζωγράφου.
Στη συνέχεια προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε πως η σχεδιαστική παραμόρφωση που επέλεξε (και συνηθίζουν και άλλοι ζωγράφοι) δεν έχει να κάνει με έλλειψη σχεδιαστικής ικανότητας του ζωγράφου, αλλα με το στυλ του .
Τα παιδιά κατάλαβαν πως αυτές οι παραμορφώσεις είναι επιλεκτικές, οχι τυχαίες και διατηρούν τις αισθητικές  ισορροπίες.
Παράλληλα στο θέμα της τεχνικής διδάχθηκαν την φωτοσκίαση, το φόντο, το πορτρέτο, κ.α

Παρακάτω θα βρειτε μερικά πορτρέτα, εμπνευσμένα απο έργα του Μοντιλιάνι.
Β τάξη Δημοτικού, 2ο Δ. Αχαρνών.




















Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Aπόγευμα στην Αθήνα

Νοέμβριος 2012
Ένα απόγευμα στην Αθήνα.

Γι`αυτό σου λέω. Σταμάτα να γκρινιάζεις.
Πάντα ήμασταν το χωνευτήρι των λαών. Το σταυροδρόμι της πορφύρας,  του μεταξιού, του πάπυρου, του κέδρου,  των θεών και του Έρωτα που έχεις ξεχάσει να πιστεύεις.
 Πάντα ήμασταν  το  σταθερό «Ανάμεσα» των ανθρώπων,  στο πελαγίσιο χάσιμό τους και ο σταθμός ανεφοδιασμού στα ταξίδια τους  από τον έναν κόσμο στον άλλο. Εκείνο το ιερό «Ανάμεσα»  που πάντα ξαπόσταιναν  και δροσίζονταν οι ‘Άλλοι» , κάτω από τις ελιές και τα αλμυρίκια μας και μέσα στο στήθος των εύρωστων γυναικών.
Γι αυτό και είμαστε όμορφοι. Και ζωντανοί. Και μας αρέσει ακόμα  να ξαπλώνουμε αφημένοι στον ήλιο  πάνω σε μια αγκαλιά, και να είμαστε με άλλους ανθρώπους, και να  πίνουμε, να χορεύουμε..
Τα ξέχασες όλα αυτά;
Ξέχασες μήπως πως είμαστε από τους λίγους λαούς που ακόμα αγκαλιαζόμαστε στο πένθος μας ή στη χαρά; Που δεν είναι ντροπή για τους άντρες να φιλιούνται από εκτίμηση και οι γυναίκες  να αγκαλιάζουν έναν ξένο άντρα, όπως θα αγκάλιαζαν το παιδί τους για παρηγοριά;  Ξέχασες τη  γιαγιά και τον παππού  πως έκαναν πράξη το Θεό,  γι` αυτό και έτρωγαν  με τους φτωχούς, κοίμιζαν τους ξένους και έλουζαν με έλαιο  και κρασί τις πληγές τους; Πως μπόρεσες να ξεχάσεις όλες αυτές τις μακρινές ιστορίες;
Μη φοβάσαι όμως.   Γιατί έτσι ήταν πάντα η Ελλάδα. Το πεπρωμένο της σφραγίστηκε  για πάντα από τη μουσική, τα καρυκεύματα  και τα χρώματα των ανθρώπων που πέρασαν και την αγάπησαν. 
Αφέσου στην Ομορφιά ….
Ή γίνε  ένας ξένος σε αυτό τον ευλογημένο τόπο.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΑΙ

10 Οκτωβρίου 2012


(Εάν δεν πιστεύεις στη δύναμη της θλίψης που μπορεί να αφυπνίσει, σε παρακαλώ να μην διαβάσεις το παρακάτω κείμενο).

19:35μμ

Προσπαθώ. Ο φόβος στέκεται μετέωρος πάνω από το κεφάλι μου. Αντιστέκομαι. Αντιστέκομαι ξανά. (Αντιστέκομαι;) Προσπαθώ να καταλάβω, ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μου αυτόν τον καιρό. Η απραξία, η ανέχεια, ή η μοναξιά; Ο εαυτός μου; Ο εαυτός μου ή οι άλλοι;
Μένω στο σκοτάδι και περιμένω κάποιος να μου πει εκείνες τις τρυφερές ιστορίες όπου ο ήρωας και ο αδικημένος πάντα δικαιώνονται. Κάποιος να με χαϊδέψει στα μαλλιά και να με καθησυχάσει: “Όλα θα πάνε καλά”. Αλλά δεν έρχεται κανείς.
Και βυθίζομαι σε αυτήν την απραξία. Αυτή είναι η πιο τρομακτική και τερατώδης. Η ανέχεια δεν με τρομάζει. Την έχω ξαναδεί. Και επιβίωσα. Ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά για να είναι ευτυχισμένος. Τα λίγα είναι αρκετά για να του δώσουν την ελπίδα να συνεχίσει να παλεύει για περισσότερα και καλύτερα. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της γενιάς μου. Τα παιδιά των παιδιών της Μεταπολίτευσης είχαν λίγα ως παρακαταθήκη και κληρονομιά τους ήταν μόνο η προτροπή να κάνουν άλλα, καλύτερα και περισσότερα. Μεγαλώσαμε με 2-3 παιχνίδια, με ένα καλό φόρεμα για τις γιορτές και τρώγαμε κρέας μόνο μια φορά την εβδομάδα. Αλλά κοίτα μας… Γίναμε τα σπουδαγμένα παιδιά εκείνων των αμόρφωτων γονιών που έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους δουλεύοντας χειρονακτικά. Ο αγώνας συνεχίστηκε και για εμάς, αλλά εμείς τουλάχιστον είχαμε τις προοπτικές και τις πιθανότητες με το μέρος μας. Οι περισσότεροι τα καταφέραμε. Καταφέραμε δηλαδή να έχουμε μια ζωή που θα χωράμε σε αυτήν.
Τελευταία όμως όλα κινούνται τόσο αργά, βαριά και δυσκίνητα. Η αμφιθυμία κυριαρχεί. Σα να ζούμε τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας και μια ατμόσφαιρα τοξική και μολυσματική βγαλμένη από διήγημα του Καμύ. Σήμερα στάθηκα για αρκετή ώρα στο κέντρο του εργαστηρίου μου... Σα να περίμενα να συμβεί κάτι χωρίς τη δική μου συμμετοχή, κοίταγα για ώρα τους τοίχους με τα παλιά μου έργα. Μετά άπλωσα λίγο χρώμα σε ένα ξύλο...λίγη κόλλα σε ένα χαρτί.... μια μαύρη γραμμή. Και κουράστηκα. Αισθάνθηκα τους ώμους μου να γέρνουν. Όλα έγιναν τόσο κοπιαστικά και μάταια. Κουράστηκα. Το μόνο που ήθελα να κάνω είναι να ξαπλώσω και να κοιμηθώ μήπως και πάψω να σκέφτομαι. Γιατί όσο σκέφτομαι καταθλίβομαι. Και όσο σκέφτομαι θυμώνω. Γιατί δεν βγάζει νόημα. Γιατί σε εμάς; Γιατί τώρα; Ερωτήματα που ταλανίζουν εκείνους που πενθούν το χαμό ενός αγαπημένου. Και είναι πια τόσο δύσκολο.... Να γεμίζω τη μέρα μου με κίνητρα για να μπορώ να στέκομαι στα πόδια μου. Να γεμίζω τη ζωή μου με κίνητρα για εμένα, για τους μαθητές μου, για την Τέχνη...
Αυτό το βάρος της απραξίας ενισχύεται από αυτήν τη διαβολεμένη μοναξιά. Αυτή η μοναξιά είναι μοναδική. Είναι διαφορετική. Ένα είδος μοναξιάς που δεν έχω ξανασυναντήσει. Αυτή με τρομάζει περισσότερο από την ανέχεια και την απραξία.
Όλοι εκείνοι. Εμείς. Άνθρωποι νέοι, εγκλωβισμένοι στα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, ή στα όνειρα που τελικά στερήθηκαν ενώ τα είχαν για λίγο στα πραγματικά τους χέρια. Αυτά τα όνειρα ήταν (είναι) τα Πάντα. Είχαμε όλοι επενδύσει σε αυτά. Αλλά ΠΟΥ είναι ο Άνθρωπος μέσα σε αυτό; Που είμαι εγώ πραγματικά και που είναι οι άλλοι; Ο Εαυτός και οι άλλοι όμοιοί μου; Είμαστε μόνοι πια, με αναμνήσεις από όνειρα και κάποια κατασκευασμένα κίνητρα. Με ψευδαισθήσεις επαναστάσεων, με ουτοπίες αλλαγών και ψυχαναγκαστικής αναγέννησης, με virtual σκοπούς για το όμορφο και την ποίηση, για την τέχνη και τον ανθρωπισμό.. Με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε με άλλους... Ότι ανήκουμε κάπου....ότι είμαστε ..μαζί. (Αντιστέκομαι ;) Λουφαγμένες ψυχές. Πληγωμένες, αδειασμένες. Ματαιωμένες. Σε αδιέξοδο. Μόνοι.
Και είναι πιο επώδυνο επειδή τώρα πια, όλοι βλέπουμε πως αυτό το κενό υπήρχε από παλιά. Πριν ξεκινήσει η Λαίλαπα. Καταναλώναμε ανθρώπους. Ψάχναμε κίνητρα και αφορμές ή χειροπιαστούς λόγους για να είμαστε με άλλους. Οι φίλοι και οι εραστές είχαν γίνει το τεκμήριο και το μέσο να καλύπτονται οι ναρκισσιστικές ανάγκες μας. Γιατί στην πραγματικότητα δεν είχαμε μάθει να είμαστε με άλλους. Τα όνειρά μας ήταν μια εγωιστική υπόθεση. Εμείς. Για εμάς. Εγώ.
Η τελευταία γενιά των ελλήνων, κείτεται μόνη με κακοποιημένα φτερά. Ανίκανη να ζητήσει βοήθεια. Ανίκανη να συσχετιστεί . Ανίκανη να παραδεχτεί πως ¨έχασε. Ανίκανη να ζητήσει βοήθεια στην μοναξιά της. Ανίκανη να σταθεί δίπλα σε άλλους και ανίκανη να συμπράξει. Λαβωμένη και μοναχική. Ένα γερασμένο παράλυτο βρέφος.
Όχι. Δεν πιστεύω πως θα είμαστε εμείς αυτοί που θα φέρουμε την αλλαγή. Οι επαναστάσεις προϋποθέτουν να υπάρχει η ικανότητα του να συμπράττω, συντρώγω, συνοδοιπορώ, συνυπάρχω, συνδιαλέγομαι. Αυτή η γενιά δεν έχει τον σπόρο αυτό της επανάστασης στα σωθικά της. Βγήκε στους δρόμους για λίγο, αλλά βγήκε για τον εαυτό της. Γι αυτό θύμωνε με όσους δεν βγήκαν και αγανακτούσε με όσους δεν αγανάκτησαν μαζί της. Βγήκε για να έχει άλλο ένα ακόμα κίνητρο. Δεν βγήκε για να φέρει αλλαγή.
Όχι. Δεν πιστεύω σε αυτήν τη γενιά. Τουλάχιστον όχι μέχρι να μάθει να σκέφτεται πέρα από όνειρα, πέρα από κίνητρα και πέρα από τις δικές της ανάγκες.
Ίσως πάλι, αυτός ο αργός μας θάνατος, να μην είναι θάνατος αλλά η θυσία που θα ποτίσει και θα προετοιμάσει τους επόμενους που θα αναστήσουν πραγματικά αυτήν την χώρα.

Με εκτίμηση, με πολλή αγάπη, με πολλή θλίψη και θυμό,
Έλενα Καραγιάννη

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Μια Δασκάλα ζωγραφικής στο Βερολίνο.

          Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος Νο29 του περιοδικού ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ της Ένωσης εκπαιδευτικών εικαστικών μαθημάτων.


ΜΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ


          Έπρεπε να κάνω αυτό το ταξίδι. Τώρα. Με αυτές τις σκιές στην πλάτη. Ένα δαιμονικό ή χρισμένο πάθος να περπατήσω σε αυτούς τους δρόμους με είχε κυριεύσει  τον τελευταίο καιρό. Και να που είμαι εδώ. Δεύτερη μέρα και περπατάω ήδη για ώρες σε δρόμους που μοιάζουν  με στέπες. Και αισθάνομαι, ναι, Θεέ μου, αισθάνομαι τόσο μικρή. 
          Βρίσκομαι μπροστά από τον μεγάλο καθεδρικό ναό.  Όσο και εάν τεντώνω το λαιμό μου για να δω την κορυφή του, είναι αδύνατο. Μοιάζει με  δράκος και οι κίτρινες λεπτομέρειες του χρυσού  πάνω στο σα  μουχλιασμένο μπρούντζο, φέρνουν  μια παράξενη αίσθηση στο στομάχι μου.  Ζαλίζομαι. Και αισθάνομαι μόνη. Είναι και αυτό το χιόνι που δεν σταματά ούτε λεπτό να τρυπώνει στα μάτια και στη μύτη, όσο και αν προσπαθώ να το αποφύγω. Την προσοχή μου αποσπά ένα art  video από ένα γυάλινο μοντέρνο κτίριο που βρίσκεται απέναντι. Εύχεται χρόνια πολλά και μου υπενθυμίζει πως: “ BERLIN IS THE PLACE TO BE”.
          Με ένα αίσθημα ανασφάλειας, σαν  μικρή επαρχιοτοπούλα, συνέχισα τη μοναχική μου  βόλτα. Ούτε λεπτό δεν σταμάτησα να αισθάνομαι ασήμαντη ανάμεσα  σε όλες αυτές τις ογκώδεις  γραμμές, στις κυβιστικές κατασκευές,  στα γυάλινα κτίρια και στα τεράστια γλυπτά των μανδιοφόρων μάγων. Ακούμπησα πάνω σε έναν  για λίγο  και αισθάνθηκα την καρδιά μου το ίδιο παγωμένη. Εκεί στην  όχθη του ποταμού Spree και με το νησί των Μουσείων  μπροστά,  επανέλαβα μέσα μου  για άλλη μια φορά τα λόγια εκείνα που σαν ψυχοτρόπο χάπι έρχονται πάντα για να βγάλουν  την ελληνική συνείδηση από κάθε αμηχανία:  « -Xa! Μα εμείς έχουμε την Ακρόπολη και  το γαλάζιο ουρανό!!!».
(Αλήθεια; Τι άλλο έχουμε;)
          Στις επόμενες μέρες οι περίπατοι συνεχίστηκαν. Εκτός από τις προγραμματισμένες επιμορφώσεις είδα  όσα μπορούσα να χωρέσω στις λιγοστές ημέρες που είχα στη διάθεσή μου: East side gallery, DDM, Topography of  terror, το εβραϊκό μουσείο, την πύλη του Βρανδεμβούργου, το Kreuzberg, γνωστές πλατείες και πολιτιστικά κέντρα, αυτοσχέδια projects στους δρόμους, εικαστικά και παιδαγωγικά  εργαστήρια, open markets, κ.α.. Τρύπωσα κρυφά σε αυλές σπιτιών και  κάτω από γέφυρες, μπερδεύτηκα με απλούς ανθρώπους στις γειτονιές και προσπάθησα να αφουγκραστώ την καθημερινότητά τους. Έφαγα μαζί τους στα πανηγύρια βρώμικα φτηνά λουκάνικα, ήπια ζεστό κρασί με μπαχαρικά, μπήκα στα εμπορικά κέντρα, στις «αναρχικές» γειτονιές, στα κρυφά coffee shops (που δεν ήταν και τόσο κρυφά τελικά), γνώρισα οπαδούς της  St Pauli (και μου κόλλησαν «πέντε» για τον δικό μας «ΠΑΟΚ»), γέλασα με τα αστεία των gay  για την Μέρκελ και χόρεψα μαζί τους κάτω από την φωνή της Βίκυς Λέανδρος που όπως έμαθα είναι η δική τους Madonna.
          Ο φόβος μου και το βάρος από τα στερεότυπα που κουβαλούσα για την φύση των Γερμανών κατέρρεαν καθημερινά. Κανείς από αυτούς που μίλησα δεν έτρεφε μίσος ή περιφρόνηση για τους Έλληνες. Με διαβεβαίωσαν πως στη Γερμανία, όπως και στην Ελλάδα, υπάρχουν συντηρητικές νοοτροπίες που επικροτούν αυτήν την αντιλαϊκή  πολιτική, αλλά είναι εξίσου πολλές και οι φωνές που υποστηρίζουν πως είμαστε ένας λαός που κακοποιείται από  αδίστακτους ολιγάρχες, από αμφιλεγόμενη κυβέρνηση και από αναξιόπιστα  media. Στις συζητήσεις, σαν σκια επικρατούσε η ανησυχία,  μήπως απο την Γερμανία ξεκινήσει πάλι ένα νέο Ολοκαύτωμα …
          Όσο πιο πολύ περπατούσα στην πόλη, τόσο πιο ξεκάθαρα γίνονταν τα στερεότυπα που κουβαλώ στις ελληνικές μου πλάτες.  Περίμενα να δω έναν τόπο με καταθλιπτικούς  ανθρώπους –μηχανές και ψυχρούς, ξανθούς, ανέκφραστους γίγαντες.  Αντίθετα είδα, ήρεμους, ίσως συνεσταλμένους, ευγενικούς  ανθρώπους που έσπευδαν να με βοηθήσουν όποτε χανόμουν στις σελίδες του χάρτη.  Είδα Τούρκους, Έλληνες, Ρώσους, Ισπανούς να μοιράζονται μια αυτοσχέδια υπαίθρια σόμπα σε ένα πανηγύρι. Είδα ανθρώπους να έχουν τα κατοικίδιά τους παντού, μαζί, ακόμα και μέσα στο μετρό και κανένας να μην διαμαρτύρεται. Είδα νέες μητέρες να στέκονται κάτω από το χιόνι στη στάση του τραμ για να θηλάσουν το μωρό τους χωρίς να αισθάνονται κρύο ή ντροπή. Ήταν ένας  ήσυχος τόπος που ποτέ δεν άκουγες κορναρίσματα ή δυνατές φωνές, ακόμα και στο κέντρο της Alexanderplatz.
          Μια  ανθρωποκεντρική πόλη που της αρέσει η τάξη γιατί με αυτόν τον τρόπο μπορεί και εξασφαλίζει τη δημιουργικότητά της. Οξύμωρο; Όχι. Στους Βερολινέζους λειτούργει. Πίσω από τις καλογυαλισμένες προσόψεις των κτιρίων, θα δεις  αυλές  που λειτουργούν σαν κέντρα έκφρασης για τους ενοίκους: γκράφιτι και εικαστικές εγκαταστάσεις, mobile art, κολλάζ από αφίσες ακόμα και κομμάτια από το τείχος του Βερολίνου, είναι το οικιακό τους ντεκόρ.. Η τέχνη είναι διάχυτη. Είναι ένας φροντισμένος και όμορφος τόπος με ΜΗΔΕΝ εγκληματικότητα. Και μια αστυνομία να απουσιάζει από την καθημερινότητα της πόλης. Όπως μου είπαν, είναι πάντα παρούσα αλλά «αισθάνεται» σίγουρη για τον εαυτό της γι` αυτό και δεν επιδεικνύει τη δύναμή της. Μια χώρα πληγωμένη από την δικτατορία του παρελθόντος, προσπαθεί να εκμηδενίσει οποιαδήποτε πρακτική τη θυμίζει. Γι αυτό και η παρουσία της αστυνομίας είναι διακριτική. Αν τολμάς όμως μου είπαν,  κάνε πως πετάς μια πέτρα ή πως ενοχλείς κάποιον. Δεν θα καταλάβεις για πότε  θα βρεθείς με χειροπέδες.
           Στο Βερολίνο συνάντησα και πολλούς από τους «δικούς μου»  ανθρώπους, τους  καλλιτέχνες. Βερολινέζους και Έλληνες. Οι Έλληνες, όλοι, μίλησαν για το πόσο είχαν κακοποιηθεί στην Ελλάδα. Αν και η τέχνη στο Βερολίνο διανύει την παρακμή της όπως περιέγραψαν λόγω των ασύδοτων επιδοτήσεων που έχουν ρίξει το επίπεδο, παρόλα αυτά, εδώ αισθάνονται  καλλιτέχνες και όχι χομπίστες. Έχουν βρει αποδοχή, σεβασμό και δεν χρειάζεται να παλέψουν για την ταυτότητά τους. Τα πρωινά δουλεύουν σε παιδικά προγράμματα σε μουσεία, σε σχολεία, ακόμα και σε ανοικτά projects σε πλατείες και τα βράδια ξεγυμνώνονται στα θέατρα και στις γκαλερί στις πιο τολμηρές δουλειές. Είναι ελεύθεροι να εκφραστούν όπως εκείνοι επιθυμούν γιατί η πόλη σέβεται, αφουγκράζεται και αξιοποιεί τις πρωτότυπες δημιουργικές ιδέες .
           Μια ομάδα ελλήνων ηθοποιών /εικαστικών που  γνώρισα εκεί, ανεβάζουν το έργο τους εδώ και ένα χρόνο σε  σημαντικές σκηνές εναλλακτικού θεάτρου. Και όλες οι παραστάσεις είναι κάθε φορά sold out.  Και όχι μόνο αυτό. Από το Βερολίνο, η φήμη τους ταξιδέψε και στις γύρω χώρες. Έχουν κλείσει παραστάσεις στις πιο μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και είναι booked  για τουλάχιστον ένα χρόνο. Δεν μπορούν να εξηγήσουν  γιατί συμβαίνει αυτό,  αφού δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τη διαφήμιση του project. Με κάποιο μαγικό τρόπο, οι Βερολινέζοι μυρίστηκαν  και εκτίμησαν  τη δουλειά τους. Η ίδια αυτή παράσταση είχε περιφρονηθεί στην Ελλάδα. Είχαν στείλει προτάσεις, είχαν ζητήσει επικοινωνία με ιδρύματα και φορείς, μα ποτέ δεν τους απάντησαν. Ούτε καν αρνητικά. Απλά τους περιφρόνησαν. Ένα από αυτά τα ιδρύματα “άκουσε ” για την επιτυχία τους στο Βερολίνο  και τους προσκάλεσε να δώσουν  τώρα, μια  σειρά παραστάσεων  στην Ελλάδα. Αρνήθηκαν,  γιατί  όπως είπαν, είναι ηθικό το ζήτημα.

          Το αποκορύφωμα της  «ήττας»  μου και ο κύριος σκοπός  του ταξιδιού, ήταν η επίσκεψη σε ένα  γερμανικό σχολείο με ελληνόφωνα τμήματα. Μπήκα στις τάξεις τους, μίλησα  με τους δασκάλους, με τον διευθυντή,  με τα παιδιά, με το βοηθητικό προσωπικό, παρακολούθησα μέχρι τέλους το ημερήσιο πρόγραμμα και αφού μου το πρότειναν, βοήθησα μια απο τις γερμανίδες δασκάλες στο μάθημα των  εικαστικών. 
          Τα ελληνικά σχολεία στην πλειοψηφία τους έχουν κλείσει στη Γερμανία. Ήταν ασύμφορο για το ελληνικό κράτος, όχι τόσο γιατί το επιβάρυναν οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί αλλά γιατί δεν μπορούσε να συντηρήσει το βάρος των γραφείων εκπαίδευσης και των διοικητικών υπαλλήλων που απασχολούνταν εκεί. Έτσι αυτήν τη στιγμή, αυτός που φροντίζει για την  εκπαίδευση και την ομαλή μετάβαση από την ελληνική στη γερμανική γλώσσα για τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών που συρρέουν αυτήν την περίοδο, είναι  το γερμανικό κράτος. Όχι το ελληνικό.
          Το Γερμανικό σχολείο έχει τις ίδιες λειτουργικές δομές με το ελληνικό, εκτός από το ολοήμερο που διαρκεί μέχρι τις 6μ.μ. Το κτίριο εξωτερικά έμοιαζε με μοναστήρι, αλλά στο εσωτερικό έβλεπες ζεστά δωμάτια με ξύλινα πατώματα, που θύμιζαν σπίτι. Κάθε παιδί είχε το προσωπικό του ντουλάπι και έκαναν μάθημα φορώντας  τις παντόφλες τους.
              Οι δάσκαλοι  δεν αγχώνονται για την ολοκλήρωση της ύλης αφού δεν ασκείται πίεση γι αυτό από την κεντρική Υπηρεσία. Αντίθετα  ακολουθούν  ατομικά το ρυθμό του κάθε μαθητή και του παρέχουν  συνεχώς ερεθίσματα  στη λήψη  πρωτοβουλιών σε πρακτικά και διαπροσωπικά προβλήματα που προκύπτουν στην καθημερινότητα του σχολείου. Συγκεκριμένα με «σόκαρε» η εικόνα ενός αγοριού της πρώτης Δημοτικού, που αφού έριξε τον χυμό του στο πάτωμα, στη συνέχεια πήρε  μόνο του κουβά με νερό, πανί και καθάρισε όλον το χώρο. Η δασκάλα απλά στεκόταν και του ζήταγε  να της περιγράφει τα στάδια των ενεργειών του, χωρίς να παρεμβαίνει. Όπως μου εξήγησε, το παιδαγωγικό τους μοντέλο δεν στηρίζεται απλά στην παράθεση Ύλης και γνώσης αλλά στο brainstorming. Αφορμή για σκέψη μπορεί να είναι και ο χυμός στο πάτωμα.  Αυτή η πρακτική ωφελεί και τον δάσκαλο αφού  εξασφαλίζει περισσότερο χρόνο  στο διδακτικό του αντικείμενο.
Γι αυτό και ΠΟΤΕ τα παιδιά δεν παίρνουν εργασία για το σπίτι. Όλη η δουλειά γίνεται μέσα στο ημερήσιο πρόγραμμα.
          Ο δάσκαλος βέβαια έχει βοηθό. Ένα άτομο επιπέδου  ΙΕΚ  όπου τον βοηθάει στη μελέτη των παιδιών, στις πρόβες και στην προετοιμασία των πολιτιστικών και στη επικοινωνία με τους γονείς. Οι γονείς πάλι είναι όλοι ενεργά συμμέτοχοι στη ζωή του σχολείου. Κάθε τμήμα έχει ένα προεδρείο από γονείς. Ο δάσκαλος έρχεται σε επαφή με αυτούς και αυτοί με τη σειρά τους ενημερώνουν  τους υπόλοιπους γονείς για τις δράσεις και τις συναντήσεις του τμήματος.
          Το πιο εντυπωσιακό στο εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας είναι πως το Υπουργείο παιδείας ενθαρρύνει ιδέες και projects  που βοηθούν τα παιδιά να μην  μολυνθούν από την ασθένεια του ναζισμού. Και έτσι ξεκινούν την ημέρα με το «Καλημέρα» σε όλες τις γλώσσες της κοινότητάς τους. Το συγκεκριμένο σχολείο, σαν project, έχει ορίσει συγκεκριμένες ημέρες μέσα στον μήνα όπου ανοίγουν το σχολείο στους “ξένους ” της γειτονιάς, π.χ. προσκαλούν τον Τούρκο αρτοποιό μέσα στην τάξη, ακόμα και εάν αυτός δεν ξέρει  γερμανικά, με σκοπό να εξοικειωθούν τα παιδιά με τον ήχο της γλώσσας του.
          Oι συνδικαλιστές ; Όπως μου μετέφερε μια δασκάλα Ελληνίδα, δεν είναι το όργανο εκείνο που απλά φέρνει αντίδραση στις αποφάσεις της Κεντρικής υπηρεσίας. Είναι ένα όργανο που ο λόγος του «περνάει». Προστατεύει τα εργασιακά δικαιώματα αλλά είναι συντονισμένο με την πραγματικότητα. Τώρα στους καιρούς της κρίσης όπου και ο Γερμανός εκπαιδευτικός έχει και αυτός περικοπές, το συνδικαλιστικό όργανο απαίτησε να ισορροπήσει την μείωση του μισθού με επιπλέον μέρες άδειας στις ήδη θεσμοθετημένες. Την επόμενη μέρα έγινε δεκτό το αίτημά τους. Χωρίς απεργίες. Χωρίς εκβιασμούς.
          Οι δάσκαλοι στη Γερμανία σαφώς παίρνουν μεγαλύτερους μισθούς και έχουν όλες τις υποδομές στη διάθεσή τους αλλά δεν σταματούν  να είναι εκπαιδευτικοί με τη λήξη  του ωραρίου αφού μέσα στις υποχρεώσεις τους είναι τα γεύματα με τον Διευθυντή και οι συναντήσεις  με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους κ.α. Η επιμόρφωσή τους συνεχίζεται σε μηνιαία σχεδόν βάση, έτσι ώστε όπως μου είπαν: «Να προλάβουμε ότι καινούριο καταγράφεται στην επιστήμη της παιδαγωγικής».


           Όσον αφορά στην αξιολόγηση; Υπάρχει.. Πάντα υπήρχε και είναι ένα κομμάτι το οποίο κανέναν δεν ενοχλεί. Βέβαια εκεί η αξιολόγηση δεν έχει την διάσταση πειθαρχικού, αλλά συμβουλευτικού χαρακτήρα. Για κάθε έλλειμμα στη σχολική μονάδα, η «τιμωρία» είναι να στείλουν προτάσεις για σχετική επιμόρφωση. Τους φάνηκε αστεία και τριτοκοσμική η ιδέα  να τιμωρείται ο εκπαιδευτικός με περικοπές μισθού. Το θέμα απόλυσης δεν υφίσταται στη Γερμανία  γιατί τα κριτήρια διορισμού για τον Γερμανό εκπαιδευτικό είναι ιδιαίτερα υψηλά.
           Είναι τόσα πολλά  που θα μπορούσα να πω για  όλες εκείνες τις εικόνες και τα αντιφατικά συναισθήματα που βίωσα αυτές τις μέρες. Η αίσθηση που μου άφησε αυτή η πόλη; Αν  και το κρύο ήταν  αφόρητο, γενικά αισθάνεσαι  ελευθερία. Και καθαριότητα και ηρεμία.  Ναι, θα μπορούσα να ζήσω εκεί. Και ίσως θα μπορούσα να μάθω και στο κρύο. Φύλαξα με προσοχή το χαρτί με τα links για  εκείνο  το 12μηνο residency  που μου πρότειναν οι καλλιτέχνες φίλοι  του Βερολίνου. Η σκέψη να μείνω εκεί για ένα χρόνο ήταν δελεαστική.
          Την πρώτη μέρα που επέστρεψα στο σχολείο, ο ουρανός ήταν γαλάζιος. Μόλις άνοιξα την πόρτα για να μπω στο προαύλιο, μιλιούνια παιδιών ξεχύθηκαν κατά πάνω μου.  Μερικά είχαν ανησυχήσει. Εκείνη την περίοδο που έλειψα, είχε συμβεί εκείνο το ατυχές περιστατικό με τη συνάδερφο στη Θεσσαλονίκη. Μέσα στην αθωότητα τους και με μια  μικρή «ράδιο αρβύλα»  που επικράτησε, νόμιζαν πως είχα…. σκοτωθεί και πως τους έκρυβαν την αλήθεια.
          Η μικρή Σοφία της Α`  έτρεξε και κρεμάστηκε με λαχτάρα επάνω μου. Με κοίταξε έτοιμη να δακρύσει και μου είπε με τρεμάμενη φωνή: «Κυρία… Τρόμαξα…  Νόμιζα  πως δεν θα σε ξαναδώ. Πως δεν θα ξαναέρθεις στο σχολείο μας».

Συγκινημένη την κοίταξα ήρεμη.
Και τότε ήξερα.
-Όχι Σοφία … Είμαι εδώ. Και θα μείνω. Στο υπόσχομαι.

Ελένη Καραγιάννη
Ζωγράφος/ Δασκάλα εικαστικής αγωγής
Απόφοιτος Α.Σ.Κ.Τ. και
Σχολής Ανθρωπιστικών σπουδών Ε.Α.Π.

(Φωτογραφίες από το γερμανικό σχολείο και από τους δρόμους του Βερολίνου).


Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Εκείνη



Εκείνη.

Εκείνη, συνήθως εισβάλει στο σπίτι μου με κάποιο τάπερ ή με κάποια σακούλα γεμάτη με φρούτα.
Το ιερό της χρέος. Το ότι δεν έχω κάνει παιδιά, ή δεν νταντεύω κάποιον άντρα, της δίνει την εντύπωση ότι είμαι δυστυχισμένη, άρα και πεινασμένη.
Το "εισβάλει", βέβαια, είναι κάτι σχετικό...Ξέρει πως είναι χειμαρρώδης (από εκείνη το πήρα) και προσπαθεί να το συγκρατεί με μια λίγο συνεσταλμένη διάθεση (και αυτό από εκείνη το πήρα).

Έτσι και εχθές, εισέβαλε, με το γνωστό ταπεράκι με γεμιστές πιπεριές αυτή τη φορά.
Το κεφάλι και τα μάτια της, αφού έκαναν ένα γρήγορο scaning στο χώρο μου, με σχεδόν επιβλητική φωνή και μια επιτακτική χειρονομία να ακολουθεί, ειπε: “Φέτος, θα στολίσεις δέντρο για εσένα, για να ευχαριστήσεις το Θεό για όσα έχεις”.

Σήμερα την σκεφτόμουν έντονα.
Ίσως επειδή πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, η εποχή που αισθανόμαστε ...
Ίσως επειδή πριν 7 μέρες έκλεισε ένας χρόνος από.....
Τότε, πρωτόγνωρα, την είχα αισθανθεί δίπλα μου, σα να με κατανοούσε.

Είναι η πρώτη φορά που τη σκέφτομαι έτσι. Ήρεμα. Όμορφα και γλυκά.
Θυμάμαι, σε εκείνα τα χρόνια, στην τρικυμιώδη μου  εφηβεία, το πόσο άγνωστη ήταν η ύπαρξη αυτών των “ήπιων" συναισθημάτων.
Τότε χάραζα στα χέρια και στο μυαλό μου, αυτοσχέδια τατουάζ,  με όρκους  και δρόμους απόστασης!...

Αυτοί οι δρόμοι κράτησαν μέχρι και το παρόν.
Όμως πλέον δεν υπάρχει η πικρία.
Τα όνειρά της, εκείνα που δεν πραγματοποίησε ποτέ, τα κουβαλάω ακόμα στη ψυχή μου και ας είναι δυσβάσταχτα.
Όμως ναι, σίγουρα δεν υπάρχει πικρία.
Τώρα πια κατανοώ  ότι Εκείνη είναι όσα δεν ήθελα να είμαι, μα να που τελικά έχω γίνει. Και όλος εκείνος ο αγώνας να μην της μοιάσω, με έκανε να γίνω ενα χαρμάνι από Εκείνη και μερικές άλλες γεύσεις που δεν την άγγιξαν ποτέ. Όλα όμως πηγάζουν από Εκείνη.
Σημείο εκκίνησης,
 σημείο αναφοράς,
σημείο ολοκαυτώματος,
 σημείο στο σύμπαν,
κουκκίδα στο μυαλό μου,
αγκίδα στο τζάμι,
χαρακιά στο πάτωμα.
 Όλα Εκείνη.

Για πολλά χρόνια δέσποζε σαν την φιγούρα από τον Πελεκάνο (August Strindberg).
Αδίστακτη, Αιμοδιψής, βίαιη και μισάνθρωπος, ναρκισσιστική, εγωκεντρική.
Ίσως να ήταν. Ίσως να μην ήταν τίποτα από αυτά τελικά.
Ύστερα από τόσα χρόνια δεν μπορώ να μην αισθανθώ...(αγάπη;) για Εκείνη.
Και τη θαυμάζω. Που είχε τόσα λιγότερα και που ήταν τόσα λιγότερα απο εμένα.
Και μπορεί μετά από "τόσα", να κοιτάει μια στολισμένη πλατεία με χριστουγεννιάτικα λαμπάκια και να γελάει σα μωρό...
Πού θα βάλει το κλασικό, ένα ποτήρι κρασιού στο μοναχικό της δείπνο για να μη παραιτηθεί από εκείνη την μικρή αίσθηση απόλαυσης μέσα στη ζωή της.
Που θα σχεδιάσει μόνη της τα φορέματά της ή θα ράψει πάνω στην αδιάφορη μπλούζα  ένα “διακοσμητικό” από κουμπιά, για να του δώσει ομορφιά.
Που θα πάει μόνη της στις Πινακοθήκες , αν κ δεν τελείωσε το δημοτικό και θα δακρύσει μπροστά σε ένα μουντό πίνακα.
Που βρίσκει ακόμα διάθεση να τραγουδάει παλιομοδίτικα τραγούδια με την κάπως άγρια φωνή της.

Είμαι τόσα πολλά από Εκείνη. Αυτά που έχω αρχίσει να αγαπώ.
 Σε εμένα. Και ν` αποδέχομαι επιτέλους.
Και αυτά είναι η δύναμή μου. Η ομορφιά και η χαμογελαστή καρδιά μου.

Κάποιος είπε πως πιθανόν αυτό, να είναι ακόμα και Θεραπεία.
Η Θεραπεία μου και η Αποδοχή της Φύσης μου.
Της γυναικείας δύναμής μου.
Και της ανθεκτικότητάς μου.
Το ένστικτο επιβίωσης.
Και το ένα βήμα παρακάτω.
Η Αίσθηση του Εαυτού.
Η αίσθηση των χεριών..των ποδιών μου..της θέσης μου στη γη ανάμεσα στα άλλα πλάσματα.

Πέρασαν πολλά χρόνια. Άκυρα; καμμένα; Ναι. Είναι αλήθεια.
Μα πράγματι, όλα αυτά μπορεί να είναι η αρχή της Θεραπείας. Της Αρχής.
Ίσως όλα να ξεκινάνε αμέσως τώρα.
Μόλις τελειώσει αυτό το γράμμα.

Μα....ότι και αν ειναι σας παρακαλώ μην της πείτε ποτέ, πως το έγραψα για Εκείνη.

από Elena Karagianni, Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010 στις 8:04 μ.μ.

picture by: Rosalind Solomon  Catalin's Valentin's Lamb, Ancash, Peru, 1981

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Θεία θέλω να γίνω σαν και εσένα.

                                 Photographer Elliot Erwitt.

Mόλις είχα μια όμορφη εμπειρία με την 5χρονη ανιψιά μου. Καθώς επιστρέφαμε με το αυτοκίνητο  από το μπαλέτο είδαμε  μπροστά μας μια από τις πιο αποκρουστικές εικόνες: ένα πιτ μπουλ είχε αρπάξει στα δόντια του μια γάτα.Δεν σας περιγράφω την εικόνα γιατί μπορείτε να τη φανταστείτε.
Αρχίσαμε να φωνάζουμε και να κορνάρω μήπως και φοβηθεί. Μάταια. Το σκυλί εξαγριωμένο έσφιγγε στα δόντια του το άμοιρο ζώο και το κοπανούσε στον αέρα. Και τότε με την άγνοια κινδύνου που ως γνωστό με διακρίνει,  τραβάω χειρόφρενο, αρπάζω τη μεγάλη δερμάτινη τσάντα μου με την ιδέα να την εχω σαν ασπίδα προστασίας, βγαίνω έξω και αρχίζω να φωνάζω στον σκύλο με την ελπίδα να φοβηθεί.  Η επιχείρηση διάσωσης απέτυχε γιατί ο σκύλος έφυγε τρέχοντας με τη γάτα στα δόντια. Δεν ξέρω εάν την άφησε τελικά αλλά  εγώ έπρεπε να ξαναμπώ στο αυτοκίνητο γιατί είχαν μαζευτεί αυτοκίνητα.
Μιλήσαμε για το περιστατικό στο αυτοκίνητο  με την Ειρήνη. Όταν φτάσαμε σπίτι με αγκάλιασε  από τα πόδια και δεν με άφηνε να φύγω :" Θεία θέλω να γίνω σαν και εσένα μόλις μεγαλώσω, μου είπε μετά, κοιτάζοντάς με στα μάτια έντονα. -Να σώζω αβοήθητα γατάκια".
       Η θεία αισθάνθηκε υπερηφάνεια μαζί την αγάπη και την γλύκα της ανιψιάς μου  να με διαπερνά.
Αναμφισβήτητα η Ειρήνη είχε μια έντονη  στιγμή, πιστεύω από εκείνες που μένουν στο ασυνείδητο  Είχε μια εμπειρία : Δράσης- πράξης-αντίδρασης. Μια διδαχή, ένα παράδειγμα προς μίμηση, μία εικόνα. Ναι. Μια εικόνα από αυτές που καθορίζουν τη συμπεριφορά στο μέλλον των μικρών ανθρώπων. Ένα σκυλί  και μια αβοήθητη γάτα, μπορεί να μεταφερθούν στο μέλλον σαν μια άλλη εικόνα: μια  αδικία, μια κακοποίηση σε έναν άνθρωπο, ένα ηθικό δίλημμα που η Ειρήνη θα κλιθεί σαν ενήλικη  να αντιμετωπίσει. Να επέμβει.  Να δράσει ή να αντιδράσει.  Έχει προσλάβει εκ των προτέρων μια εικόνα από ένα οικείο πρόσωπο, μια ιδέα , μιαν ενθάρρυνση,  πως επιτρέπεται η Δράση και η Αντίδραση για τις ανάγκες των άλλων.
Δεν ξέρω.. ίσως από κάποιους, αυτό το τυχαίο γεγονός και ο συσχετισμός του με τον καθορισμό της ενήλικης συμπεριφοράς  να θεωρηθεί υπερβολή.
Είμαι πεπεισμένη πως οι ουσιαστικοί τρόποι εκπαίδευσης των παιδιών μας είναι αυτοί  Να λειτουργούμε σαν θετικά παραδείγματα . Όχι μέσα από στείρα και θεωρητική διδασκαλία.  Όλα τα καθημερινά μπορούν να λειτουργήσουν ως μαγιά για να φτιάξουμε όμορφους ανθρώπους. Από αυτό που ΕΙΜΑΣΤΕ και όχι από αυτό που διδάσκουμε .

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Ο Ματίας.

                                               Smithsonian Magazine Photo Awards 2012
                                             

         Ο Ματίας είναι μαθητής της Β Δημοτικού και κατάγεται από τη Ρουμανία.  Είναι "τραλαλό", υπερκινητικός, ηγεμονικός και ο χιουμορίστας της τάξης. Ψάχνει την θέση του στην ομάδα γι αυτό και εμπλέκεται συνεχώς σε καυγάδες.  Αλλά όχι μόνο σε καυγάδες. Παίρνει και άλλους ρόλους. Ένας από τους συνηθισμένους ρόλους του είναι να γίνεται εξυπηρετικός και αγαπησιάρης. Και εγώ  όπως και οι υπόλοιποι δάσκαλοί του, είμαστε εκεί για να εισπράττουμε όλα αυτά τα συναισθήματά του, κομπάρσοι τις περισσότερες φορές στην παράστασή του.
        Ήρθε χθες παραπονιάρικα  να μου ανακοινώσει την θυμωμένη απόφασή του πως δεν έχει καμιά διάθεση να κάνει την εργασία που τους είχα βάλει.
        Ξαφνικά αισθάνθηκα πως  αγαπώ από τα βάθη της ψυχής μου αυτό το έξυπνο μουτράκι. Η "μαμά" κυρία των εικαστικών του τσίμπησε τα μαγουλάκια! (Το Μαμά είναι ένας τίτλος που ακούμε συχνά από τα παιδιά των μικρών τάξεων).

Του τσίμπησα τα μαγουλάκια: " - Βρε Ματίας, πόσο καλό παιδί είσαι! Πόσο μα πόσο καλό παιδί είσαι..Είμαι πολύ τυχερή που σε γνώρισα."

        Χαμογέλασε. Μετά σα να τρύπωσαν τα λόγια μου μέσα του και σκυθρώπιασε.  Και έμεινε σιωπηλός να με κοιτάζει στα μάτια.  Έψαχνε λόγια για να μου εκφράσει αυτό που ένιωθε.  Το προσωπάκι του έμενε αμήχανο να με κοιτάζει.
-Τι έπαθες, τον ρώτησα.
-Οχι...οχι.. δεν είμαι καλό παιδί. Το λένε Όλοι. Όλοι. Παντού. Δεν είμαι καλό παιδί. Δεν λες αλήθεια κυρία.
Και έφυγε θυμωμένος, με έντονες κινήσεις και μπερδεύτηκε με τα υπόλοιπα παιδάκια. Υπερκινητικός και θυμωμένος.